Το κυπριακό και το μακεδονικό σε ιστορικό φόντο: Τα συνοριακά σημεία του τέλους της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ο ιστορικός πλουραλισμός της περιοχής και τα υπόλοιπά του, και η αυταρχική νοοτροπία των εισαγόμενων εθνικισμών
Συνθήματα
στα ελληνικά και τα μακεδονικά: «ΔΣΕ» [Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας, το τελευταίο
μέρος της επανάστασης/άνοιξης της δεκαετίας του 1940, που ηττήθηκε [με εξωτερική
αγγλοαμερικανική επέμβαση] στην ένοπλη μορφή του το 1949. Δίπλα στα ελληνικά
και παλιν [από πάνω υπαρχει ένα σύνθημα στα μακεδονικά] γράφει: «η ενότητα του
Σλαβομακεδονικου και Ελληνικού λαού είναι εγγύηση για την κοινή νίκη»….
Η τελευταία πράξη της φαρσοκωμωδίας
υπαρξιακού άγχους του ελληνικού εθνικισμού, με αφορμή της μετονομασία της
γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας σε «βόρεια Μακεδονία» ήταν εκφραστικό δυο διαστάσεων
στην πολιτικό-πολιτισμική συγκρότηση κινημάτων στην περιοχή μας:
1.
Η
μεταμόρφωση των συλλογικοτήτων από λαός σε έθνος ή ανάποδα, είναι ένα
ενδιαφέρον σύμπτωμα. Έτσι ο ελληνικός «λαός» που προκάλεσε ένα είδος
παγκόσμιας, αλλά σίγουρα και ευρωπαϊκής αίσθησης [τουλάχιστον στην αριστερά και
τον νότο] σεβασμού για τον αγώνα για αξιοπρέπεια, ενάντια σε ότι φαινόταν σαν
νέο-αποικιακή επιβολή από την τρόικα και την Γερμανία [μέσω Σόιμπλε]
μεταμορφώθηκε μετα το 2015-16 σε ένα άλλο είδος συλλογικότητας [σαν θέαμα]
στους δρόμους – ανέλαβε ένα είδος ηγεμονίας η έννοια του έθνους. Σερνόταν
βέβαια και ο Θεοδωράκης σε εκείνα τα θεάματα, αλλά η ρίζα τους ήταν η
εθνικοφροσύνη. Και το πιο αντιφατικό ήταν ότι ο «λαός» που πριν αγωνιζόταν για την
αξιοπρέπεια του, τώρα, σαν έθνος, εμφανιζόταν να επιθυμεί, σαν Σόιμπλε, οι
έλληνες τώρα, να επιβάλουν όρους στους βόρειους, σλαβομακεδόνες γείτονες τους,
για το πώς θα ονομάζονται, πώς θα αποκαλούν την γλώσσα τους κοκ… «Ούτε οι
Γερμανοί στα χρόνια εκείνα τα πικρά…», για να παραφράσουμε τον Πασιαρδή, «..δεν
φέρθηκαν έτσι» …Είναι γεγονός βέβαια ότι δεν συμμετείχαν τα ίδια άτομα κατ’
ανάγκη στις εκδηλώσεις – υπήρχε σαφής πολιτική διαφοροποίηση στην πλειοψηφία
του κάθε πλήθους. Αλλά ήταν εκφραστικό της διαφοράς του «λαού» από το «έθνος»
σαν συλλογικότητα..
2.
Το
παρανοϊκό σχεδόν άγχος «απώλειας», που φαίνονταν να βιώνουν μερικοί από τους
συμμετέχοντες στην virtual μακεδονομαχία, φαινόταν ειλικρινές σαν εξωτερικευμένη
ταύτιση της εθνικής προπαγάνδας με ένα εσωτερικό κενό, απώλειας… Όμως,
αυτό το κενό προς τα εξω εμφανιζόταν επιθετικά, κτητικά… Σχεδόν όπως ο Σόιμπλε
[και η Θάτσερ πριν από αυτόν] φώναζε για τα «χρήματα τους» [Γερμανούς] έτσι και
νεοέλληνες εθνικόφρονες της συγκυρίας, βίωναν ότι τους «έκλεβαν» την.. ιστορία
τους, την γλώσσα τους κοκ… Ήταν κωμικό ακούγοντας τα, από τα έξω, αλλά ο τόνος
της ρητορικής έδειχνε ένα πλήθος με επιθετική διάθεση επιβολής…
Όπως αναφέρθηκε
συχνά οι διαφορές του κυπριακού από το νεομακεδονικό-κωμωδία είναι σαφείς: στο
κυπριακό υπάρχει θέμα εσωτερικής αντιπαράθεσης μερίδων των δυο κοινοτήτων και
εξωτερικής επέμβασης [δυο το 1974, ελληνική και τουρκική – και η δεύτερη
διατηρεί ακόμα αρκετά στρατεύματα στο νησί – πέρα από το όριο της συμφωνίας του
1960, στο οποίο διατηρεί ακόμα στρατεύματα και το ελληνικό κράτος το οποίο
επίσης στελεχώνει και την ηγεσία της ελληνοκυπριακής εθνικής φρουράς], ενώ στο
Μακεδονικό το ζήτημα είναι εσωτερικό θέαμα σε δυο αυτόνομες κοινωνίες… Όμως,
ιστορικά υπάρχουν μερικές αναλογίες που αξίζει να τεθούν για να διαφανεί το
σκηνικό στην ευρύτερη γεωπολιτική του πραγματικότητα ιστορικά. Και μέσα από
αυτό το πλαίσιο μπορεί να γίνει κατανοητό πώς ουσιαστικά ο εισαγόμενος
εθνικισμός αποτελεί ένα μείγμα διεκδίκησης καλύτερης θέσης μιας
κοινωνίας/κράτους στο παγκόσμιο σύστημα, με την επιβολή σε άλλους γύρω της – ή
στην περιφέρεια της.
Και αν η
πρώτη διάσταση [της ιστορικής καταγωγής] θα αναδείξει την Κύπρο και την Βόρεια
Μακεδονία σαν περιοχές όπου ο εθνικισμός τα βρήκε σκούρα, η δεύτερη διάσταση
[με παράδειγμα το γλωσσικό] θα βοηθήσει να γίνει κατανοητό πως η τάση για
επιβολή δεν αφορά μόνο τους.. Άλλους [σλαβομακεδόνες] αλλά και όσους ο
ελληνικός εθνικισμός ήθελε να προσαρτήσει ως «προς εξελληνισμό/εκπολιτισμό
ιθαγενείς» ή να ελέγχει έστω και σε διαφορετικό κράτος, όπως οι ελληνοκύπριοι….
Τέσσερις συνοριακές περιοχές της ύστερης οθωμανικής
αυτοκρατορίας και δυο αποτελέσματα: εθνοκάθαρση [Κρήτη, Μικρά Ασία] ή ανεξάρτητες
Πολιτείες με εσωτερικό πλουραλισμό [Κυπριακή Δημοκρατία, Δημοκρατία της Βόρειας
Μακεδονίας]
Στην ύστερη
περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, υπήρχαν στην ανατολική Μεσόγειο 4 χώροι,
όπου ιστορικά υπήρχε συμβίωση, αλλά τελικά εμπλακηκαν σε αιματηρές
θρησκευτικές/εθνοτικες διαμάχες:
- Η Κρήτη – όπου οι εξεγέρσεις έτειναν
προοδευτικά να γίνουν εθνοτικές [παρά οικονομικές ή πολιτικές που να
αφορούν συμφέροντα και των 2 κοινοτήτων], και τελικά οι μουσουλμάνοι
[τουρκοκρητικοί] αναγκάστηκαν να φύγουν την περίοδο 1912 – 1922. Η Κρήτη
είχε μια μικρή περίοδο ανεξάρτητης Κρητικής Πολιτείας.
- Μακεδονία. Εδώ οι διαμάχες υπήρξαν
πολλαπλές και οδήγησαν [όπως και στην Κρήτη] στην «εθνική εκκαθάριση» των
«Άλλων» [είτε θρησκευτικά – μουσουλμάνων, είτε γλωσσικά –
σλαβόφωνοι/ελληνόφωνοι, αλλά και αυτό διαμεσολαβημένο με την ταύτιση είτε
με το πατριαρχείο είτε με την βουλγαρική εξαρχία]. Τελικά, διαμορφώθηκαν 3
κράτη με γεωγραφικά και πληθυσμιακά στοιχεία από την γεωγραφική Μακεδονία
της Οθωμανικής περιόδου: το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας πέρασε στην
Ελλάδα, ένα μικρό μέρος στην Βουλγαρία, και ένα άλλο μέρος, σλαβόφωνοι, αλλά
αυτονομημένοι από τον βουλγαρικό εθνικισμό, κατέληξαν στην Γιουγκοσλαβική
Μακεδονία με πρωτεύουσα τα Σκόπια, όπου διατηρήθηκε επίσης μια αλβανόφωνη
μειονότητα. Και εδώ οι μαζικές
εκκαθαρίσεις άρχισαν την περίοδο 1912 -1922, αλλά ολοκληρωθήκαν όσον αφορά
την διαμάχη σλαβόφωνων [Βούλγαρο-κεντρικών και ανεξαρτησιακών και
ελληνόφωνων] την δεκαετία του 1940, με το τέλος του ελληνικού εμφυλίου.
- Μικρά Ασία – Σμύρνη. Αυτή η
περιοχή υπήρξε και αστικό κέντρο συνύπαρξης. Όμως, η εκστρατεία του
ελληνικού στρατού για κατάληψη της περιοχής μετά τον πρώτο παγκόσμιο
πόλεμο και ο πόλεμος που ακολουθήσε με τον επαναστατικό στρατό των
κεμαλικών, οδήγησε σε μια εθνική εκκαθάριση όλων των Ρωμιών, ελληνόφωνων
κοκ της περιοχής. Η πιθανότητα αυτονομίας είχε τεθεί, αλλά δεν συζητήθηκε
σοβαρά, καθώς ο ελληνικός στρατός φαινόταν αρχικά να ελέγχει την
κατάσταση, ενώ μετά την ήττα του, δεν υπήρχε θέμα διαπραγμάτευσης πια.
- Κύπρος. Ιστορική συμβίωση μέχρι το
1956. Ακολούθησαν εθνοτικές/θρησκευτικές διαμάχες/επεισόδια μέχρι το 1974,
αλλά και λόγω νεωτερικού πολιτικού πλαισίου, όπως και μορφών παραδοσιακής
ιστορικής συμβίωσης, είναι σαφές ότι εκείνη την περίοδο της βίας, υπήρχαν
μεγάλες μερίδες του πληθυσμού που ήταν ενάντια στη βία [με βασικό πόλο την
μαζική αριστερά και στις δυο κοινότητες, αλλά και μετριοπαθείς του
«κέντρου/κεντροδεξιάς»/»φιλελευθέρους][1].
Παρά τις επεμβάσεις των αυτό-αποκαλούμενων εθνικών κέντρων [Ελλάδας –
Τουρκίας] η Κυπριακή Δημοκρατία
επιβίωσε και παρά τον ντε φάκτο διαχωρισμό, οι μνήμες, αλλά και οι νέες
δυναμικές της συμβίωσης μετά το 2003 δείχνουν την επιβίωση και μετάλλαξη
μορφών συμβίωσης.
Με βάση τις πιο
πάνω εμπειρίες είναι σαφές ότι η κυπριακή περίπτωση είχε μακροχρόνια συμβίωση
που πέρασε από την παραδοσιακή κοινωνία και επιβίωσε. Σε αυτό συνέβαλε και η ύπαρξη
φυσικών συνόρων, ως νησί, έτσι όταν έγινε ένας διαχωρισμός την περίοδο
1958-1974, έγινε εσωτερικά. Αυτό που είναι επίσης σαφές είναι ότι οι
διαχωρισμοί δεν ξεκίνησαν βασικά από την τοπική κοινωνία, αλλά ήταν προϊόν
γεωπολιτικών επεμβάσεων και επιρροών.
Σε αυτό
το πλαίσιο, αξίζει να δούμε και την άλλη διάσταση του κυπροκεντρισμού – την
τάση για ανεξαρτησία/αυτονομία η οποία παράγεται/εμπνέεται ντε φάκτο από τον
αυτοπεριοριζόμενο χώρο του νησιού σε μια ενδιαφέρουσα γεωπολιτική περιοχή με,
συνήθως, πολλαπλούς ανταγωνιστές ηγεμονίας, οι οποίοι καταλήγουν και σε
ισορροπίες ισχύος στην Κύπρο ως σύνορο. Το φαντασιακό της «κυπριακής
συνείδησης» [αν προσδιορίσουμε με αυτόν τον όρο τον κυπροκεντρισμό] Ιστορικά ήταν γεωγραφικό με παραπομπή στο
χώρο συνύπαρξης.. Αντίθετα, ο μακεδονικός εθνικισμός, ενώ ξεκίνησε με μια
γεωγραφική παραπομπή έτεινε να στραφεί και προς την αναπαραγωγή του μύθου της
ιστορικής συνέχειας τον οποίο εισήγαγε ο ελληνικός εθνικισμός αρχικά και
αναπαράχθηκε σε διάφορες εκδοχές μετά…
Σε γενικές γραμμές,
η διατήρηση μιας πλουραλιστικής κοινωνίας [αντι της εθνοκάθαρσης] στις
συνοριακές τουλάχιστον περιοχές, φαίνεται να ευνοείται ή να προκαλείται σαν
αποτέλεσμα από την ύπαρξη κινημάτων και συγκύριων που οδηγούν στην ανεξαρτησία
των πολυεθνικών περιοχών σαν τέτοιων, ενώ η πλήρης πολεμική επικράτηση [όπως
στην Κρήτη και στην Μικρά Ασία] συνεπάγεται την εθνοκάθαρση και την μετατροπή
της περιοχής σε περιφέρεια εντός ενός έθνους κράτους.
Το ότι
αναπτύχθηκε μα ισχυρή αριστερά και στις δυο χώρες [Κύπρος, Γιουγκοσλαβική
Μακεδονία] δεν είναι τυχαίο… Οικοδόμησε ουσιαστικά πάνω στον προϋπάρχοντας
πλουραλισμό, προτείνοντας μια πολιτεία στην οποία να συνυπάρχουν διαφορετικές
πολιτισμικές ομάδες [σλαβόφωνοι αλβανόφωνοι στην Β. Μακεδονία,
ελληνοκύπριοι-τουρκοκύπριοι στην Κύπρο] και προτείνοντας σταδιακά ένα είδος
αυτονομίας-ανεξαρτησίας από άλλες χώρες του περίγυρου…
Στην περίπτωση της
Μακεδονίας, μετά το 1945 προέκυψε ένα ομοσπονδιακό σοσιαλιστικό καθεστώς
εκμοντερνισμού – και όταν αυτή η ομοσπονδία διαλύθηκε μετά το 1990 [με
εξωτερικές πιέσεις και εσωτερικές υποβαλλόμενες συχνά διαμάχες ηγεμονία], η
γιουγκοσλαβική Μακεδονία παρά το ότι συνυπήρχαν εκεί διαφορετικές κοινότητες
και μερικοί από την Αλβανία προβάλαν το μοντέλο της Μεγάλης Αλβανίας, εντούτοις
η βόρεια Μακεδονία απέφυγε τα λουτρά αίματος της Κροατίας, Σερβίας, Βοσνίας.
Στην Κύπρο
αντίθετα ο εκμοντερνισμός [και πάλι με ηγετική δύναμη την τοπική αριστερά και
τους συμμάχους της] διακόπηκε το 1948
και ακολούθησε η αντιπαράθεση των οργανώσεων των εθνικοφρόνων [των εισαγόμενων
εθνικισμών Ελλαδας-Τουρκιας] της δεξιάς [ΕΟΚΑ –ΤΜΤ] που οδήγησαν σε ένα λουτρό
αίματος από το 1956 μέχρι το 1974. Αλλά και εδώ υπήρξαν προσπάθειες γεφύρωσης
της αντιπαράθεσης [ιδίως από τα αριστερά] όμως ταυτόχρονα η τοπική κοινωνία
πέρασε και μια δύσκολη διαμάχη αυτονόμησης την περίοδο 1960-74, καθώς η
υποτιθεμενη μητέρα, η Ελλάδα, αναγνώρισε μεν τη αδυναμία της να επιβληθεί στην
Κύπρο, αλλά επέμενε να έχει το πάνω χέρι στην ελληνοκυπριακή κοινότητα.
Ήδη από το 1963-64 άρχισαν τα παράπονα εξ
Αθηνών γιατί να υπάρχουν στα ελληνοκυπριακά σχολεία αναφορές σε Κυπριακή γεωγραφία
και ιστορία, αυτόνομα από τα αντίστοιχα ελληνικά[2]
…Και αυτή η αντιπαράθεση αυτονόμησης [η οποία για τους σλαβομακεδόνες έγινε στα
πλαίσια ενός σοσιαλιστικού ομόσπονδου κράτους με βασικό πόλο του κομμένου
ομφάλιου λώρου την Βουλγαρία] στην Κύπρο, η ελληνική επέμβαση μετά το 1960 είχε
σαφώς την στήριξη του ελεγχόμενου στρατού και σε μεγάλο βαθμό του μηχανισμού
της μέσης εκπαίδευσης, και εξαπέλυε κύματα δαιμονοποιήσεων ενάντια και σε
φράσεις, όπως το «η Κύπρος για τους κύπριους». Αξίζει να αναφερθεί ότι σε μια
από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, ο Γκιζίκης, της κυβέρνησης της Χούντας,
θυμόταν ότι ένα από τα ζητήματα που απασχολούσε την χούντα πριν το πραξικόπημα,
ήταν η πληροφορία ότι ο Μακάριος σκόπευε να αντικαταστήσει στην σχολικη ύλη
τους ήρωες του 1821 με τους ήρωες της ΕΟΚΑ. Αλλά και μετά το 74 συνεχίστηκε η
προσπάθεια πολιτισμικού ελέγχου στην ελληνοκυπριακή κοινότητα [όπως αντίστοιχα
έκανε και το τουρκικό κράτος στην τουρκοκυπριακή κοινότητα]… Σε αυτό το πλαίσιο,
διαδοχικοί πρεσβευτές και πρωθυπουργοί, όπως παραδέχτηκε ο Α. Χριστοφίδης,
τοπικός παράγοντας και υπουργός παιδείας την δεκαετία του 1980, απαγόρευαν
ουσιαστικά στην Κυπριακή Δημοκρατία να έχει πανεπιστήμιο…[3]
Σε αυτό το
πλαίσιο, ο ελληνικός εθνικισμός, ως το πρώτο μόρφωμα αυτού του δυτικού
πολιτικο-πολιτσμικου ιδιώματος, το οποίο εισήχθη στην ανατολική Μεσόγειο,
εκφράζει και τις δυο τάσεις που αναφέρονται πιο πάνω – εμφανίζεται σαν
απελευθερωτικό, όταν κινδυνεύει η χώρα τους [όπως με την κατοχή] ή και πριν
πρόβαλε αλυτρωτικες φαντασιώσεις για μερικές κοινότητες, όμως ο βασικός του
στόχος ήταν η επιβολή του έθνους στους ιθαγενείς. Έτσι, οι μεν κύπριοι έμαθαν
μέσω των σχολείων ότι ήταν ελληνες, αλλά όταν άρχισαν να προβληματίζονται για
την απόλυτη ταύτιση τους αρχικά και μετά να προχωρούν σε αποστασιοποίηση, το
κράτος των Αθηνών αντέδρασε έντονα… όχι «απελευθερωτικά», αλλά σαν αποικιακό
εθνικό κράτος απέναντι σε ότι βίωνε σαν υποτελή «περιφέρεια» που έπρεπε να υποταχθεί....
Εξού και η προκλητικότητα, για την Χούντα, της τελικής φράσης του Μακαρίου στην
επιστολή του στην Χούντα το 1974: «..δεν είμαι διορισμένος νομάρχης..»
Οι αντιδράσεις των
κυπρίων απέναντι στο ελληνικό εθνικισμό, όσο και των σλαβομακεδόνων απέναντι
στον βουλγαρικό κοκ, ήταν ουσιαστικά η αυτονόμηση των υπολοίπων από την
προηγουμένη περίοδο [είτε αυτά ήταν τοπικά χαρακτηριστικά, όπως η γεωγραφία, η
γλωσσική μορφή, οι θεσμοί ή και η ιστορική συμβίωση] τα οποία εκμοντερνίζονταν
σε ένα νέο ανεξάρτητο καθεστώς…
Ίσως η εμπειρία
στον ψυχρό πόλεμο να εξηγεί και την διαφορετική εξέλιξη της τοπικής αριστεράς
γεωπολιτικά. Η αριστερά στην βόρεια Μακεδονία προσπάθησε επιτυχημένα να
προστατεύσει την πλουραλιστική συνύπαρξη, αλλά είχε πολύ λιγότερες εμπειρίες
ανεξαρτησίας και συνοριακού καθεστώτος από ότι οι κύπριοι σύντροφοι τους, οι
οποίοι έζησαν και αποικιοκρατία και το έπος της ανατροπής της…
Οπότε η
κυπριακή καχυποψία για το ΝΑΤΟ έχει και ιστορικές αλλά και γεωπολιτικές
καταβολές – το ΝΑΤΟ στην περιοχή μας αναπόφευκτα είναι η Τουρκία με την Ελλάδα
σε δεύτερο ρολό όπως φάνηκε και ιστορικά… Και η ιστορία των επεμβάσεων την
περίοδο 1960-74, και από τα δυο εθνικά νατοϊκά κράτη ήταν εμφανής για τις
προθέσεις να ελέγχουν την τοπική κοινωνία, χρησιμοποιώντας την δύναμη του
μεγέθους ή την επίκληση συμμάχων. Αναπόφευκτα, οι Κύπριοι διεθνοποιούσαν το
ζήτημα για να λειτουργούν σε ένα πιο ισορροπημένο πλαίσιο. Και για αυτό
επιβίωσαν όταν ΝΑΤΟ για μόνο μερικές μέρες [15-20 Ιουλίου 1974] είχε απόλυτο
έλεγχο στο νησί, και άνοιξε ουσιαστικά την πόρτα στην εισβολή….
Το άγχος του ελληνικού εθνικισμού: η αποτυχία εξαφάνισης
της Κυπριακής, και οι αλήθειες που
κουβαλά η ύπαρξη της μακεδονικής σλαβόφωνης γλώσσας για τις μορφές καταστολής
τους ελληνικού κράτους..
Ενδεικτικό της
όλης αυταρχικής νοοτροπίας του ελληνικού εθνικισμού είναι η στάση του απέναντι
σε άλλες γλωσσικές εκδοχές από αυτήν που γίνει η εξουσία των Αθηνών. Απέναντι
στην κυπριακή γλωσσική εκδοχή η ελληνική εθνική επιβολή αρχικά υιοθέτησε την
θέση ότι οι κύπριοι ήταν βάρβαροι ιθαγενείς οι οποίοι θα εκμοντερνίζονταν… Κατά
την διάρκεια της δεκαετίας του 1960, οι βασικοί εκπρόσωποι του ελληνικού
εθνικισμού στην Κύπρο, ως μορφή στάτους και επιβολής, άρχισαν να θέτουν ανοικτά
[και μερικοί ξεδιάντροπα] την πιθανότητα καταπίεσης της Κυπριακής, αφού δεν
εξαφανιζόταν όπως έλπιζαν οι προηγούμενοι ιδεολόγοι του έθνους.
Ο
Μενέλαος Χριστοδούλου προσπάθησε να εξαφανίσει τους κυπριακούς ήχους από τα
τοπωνύμια, και παραδέχθηκε το πρόβλημα του με μια χαρακτηριστική τελική φράση
σε μια διάλεξη του: «Η κυπριακή διάλεκτος ματαίωσε την Ένωση της Κύπρου με την
Ελλάδα»[4]
..Ο Ευδόκας, εκπρόσωπος της ακροδεξιάς μειονότητας που έλπιζε [ξεδιάντροπα
επίσης], την δεκαετία του 1960, σε ελληνική κρατική επιβολή στην Κύπρο,
κωδικοποίησε το άγχος των wannabe
κυβερνητών εκ μέρους του κράτους των Αθηνών με την θέση ότι όντως η «κυπριακή
διάλεκτος» εμπόδιζε την ένωση γιατί… οι κύπριοι ήταν κομπλεξικοί που μιλούσαν
την μητρική τους γλωσσική εκδοχή, αντί απλώς να υποταχθούν στην ανώτερη γλώσσα
των εξ Αθηνών. Το κόμπλεξ της εξουσίας πρόβαλε τον εαυτό του σε ότι δεν
μπορούσε να υποτάξει – αυτή ήταν η κατάσταση του Ευδόκα. Η νεύρωση μιλούσε για
νευρώσεις Άλλων, βλέποντας την αυτοεικόνα της στο καθρέφτη μπροστά της..
Η εμμονή με την
γλώσσα επανήλθε μέχρι και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ο αποικιακός
ελληνικός εν Κυπρω εθνικισμός έχασε μια ακόμα μάχη με την ίδρυση πανεπιστημίου.
Εκείνη την περίοδο μας κατέβηκε και ο Μπαμπινιώτη για να ανακοινώσει βαρύγδουπα
ότι κινδυνεύει η ελληνική από την κυπριακή [το συγκυριακό παράδειγμα ήταν η
άρνηση των κυπρίων να αποδεκτουν τον εξελληνισμό τοπωνυμίων με την λογοκρισία
κυπριακών ήχων, όπως τα Λατσιά και την Αγλαντζιά – η άρνηση υποταγής στην
λογοκρισία των τοπικών ήχων ήταν «κίνδυνος» για τον Μπαμπινιώτη σαν εκπρόσωπο της
εθνικής αποικιακής επιβολής…]…
Η γλώσσα
χρησιμοποιείται από τον εθνικισμό σαν είδος πολιτισμικού κεφαλαίου των
ανωτέρων. Η αποτυχία επιβολής [όπως στην Κύπρο] η ανάδειξη της πιθανότητας ότι
αυτό που άλλοι θεωρούν διάλεκτο μπορεί να είναι και γλώσσα, όπως φάνηκε και την
μακεδονική εμπειρία, παραβιάζει το κλειστό σύστημα του εθνικισμού…
Άλλωστε η γλώσσα
υπήρξε ο μηχανισμός μέσα από τον οποίο διαχωρίστηκε η ενιαία Ρωμιοσύνη της
παραδοσιακής χριστιανοσύνης στα
Βαλκάνια..[5]
Για να κατανοηθεί
το πόσο πολέμησε ο ελληνικός εθνικισμός την γλώσσα των σλαβοφώνων της
Μακεδονίας είναι ενδεικτική στην πιο κάτω αναφορά από ένα βιβλίο, το οποίο
κυκλοφόρησε πρόσφατα [«Η απαγορευμένη γλώσσα»] και ένα σχόλιο του Χ. Μάη για
την γλωσσική καταστολή αυτού που ο ελληνικός εθνικισμός, δεν μπορούσε να
παραδεχθεί ότι υπήρχε και αναλώθηκε να προσπαθεί να το λογοκρίνει/εξαφανίσει –
για να το βρει και πάλι μπροστά του στην άλλη πλευρά των συνόρων:
Από την εφημερίδα Εμπρός, 1959
Η εξάλειψη αυτής της σλαβογλωσσίας θεωρήθηκε ευθύς εξαρχής -και παρέμεινε
ως τις μέρες μας- ο μείζων "εθνικός στόχος" στην περιοχή. Για την
επίτευξή του στρατεύτηκε όλος ο κρατικός μηχανισμός, από την κορυφή της
διοικητικής ιεραρχίας μέχρι τον απλό χωροφύλακα ή δάσκαλο. Αντίθετα απ' ό,τι
ισχυρίζεται η κυρίαρχη ιστοριογραφία, η περίοδος της μεταξικής δικτατορίας δεν
αποτέλεσε τη μοναδική εποχή δίωξης του "τρισκατάρατου ξενικού
ιδιώματος", αλλά την κορύφωση μιας πολιτικής που κράτησε δεκαετίες.
"Η απαγορευμένη γλώσσα" παρακολουθεί αυτή την πολιτική καταστολής, τρομοκράτησης, χλευασμού και "εθνικής" κινδυνολογίας στη διαχρονική της εξέλιξη, από τις αρχές του 20ου αιώνα έως σήμερα. Για την συγγραφή της χρησιμοποιήθηκε ένας μεγάλος αριθμός από αδημοσίευτα ντοκουμέντα, πολλά από τα οποία έρχονται στο φως για πρώτη φορά.»
"Η απαγορευμένη γλώσσα" παρακολουθεί αυτή την πολιτική καταστολής, τρομοκράτησης, χλευασμού και "εθνικής" κινδυνολογίας στη διαχρονική της εξέλιξη, από τις αρχές του 20ου αιώνα έως σήμερα. Για την συγγραφή της χρησιμοποιήθηκε ένας μεγάλος αριθμός από αδημοσίευτα ντοκουμέντα, πολλά από τα οποία έρχονται στο φως για πρώτη φορά.»
«Πέραν
των γλωσσολόγων υπάρχει και ο αστικός τύπος της εποχής που μιλάει για διώξεις
αυτών που μιλούσαν την "απαγορευμένη γλώσσα". Εκτός αν ήρθαν σλάβοι πράκτορες για να αλλοιώσουν
και τον Τύπο "μας". Και επειδή οι πηγές όντως δεν είναι αλα καρτ,
πηγές και αναλύσεις από την αρχαία Μακεδονία κι έπειτα, (κατά βάση) από
ιστορικούς εξειδικευμένους στην περίοδο για την οποία γράφουν..» Christos Mais
[2] Παναγιώτη Κ. Περσιάνη. 2004. Η Νομιμοποίηση του Κυπριακού Κράτους.
Λευκωσία: Κυπροέπεια, σελ. 65-66.
[3] Ανδρέας Χριστοφίδης. 1993. Η γλώσσα στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Στο
«¨Ελλάδος Φθογγον Χεουσα». Λευκωσία Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κυκκου. Σελ.
16-17
[4] Μενέλαος Χριστοδούλου. 1997. Κοινή Γλώσσα και διάλεκτος. Στο «Η Διχόνοια. Η
ελληνική γλώσσα και η κυπριακή διάλεκτος», Λευκωσία: εκδ. Δήμου Λευκωσίας, σελ.
275. αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μ. Χριστοδουλου παρα την ιεραποστολική
ιδεολογική του ταύτισή με τον ελληνικό εθνικισμό υπήρξε ταυτόχρονα και ο πιο
ειλικρινής από τους αντίπαλους της Κυπριακής. Σε κείμενα του μετα το 1990
παραδέχθηκε με σαφήνεια ότι η κυπριακή πληροί τα κριτήρια «Ινά καταταγεί ως
γλώσσα». [στο «Η σημερινή καταστείς της ελληνικής γλώσσης εν Κύπρω» στο Ελλάδα
Φθόγγον Χέουσα» σελ. 79.
[5]Paschalis Kitromilides. 1989. Imagined communities and the Origins
of the National Question in the Balkans. European history Quarterly, vol. 19,
no 2.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου