Η κωμικοτραγική εικόνα μερίδας της ελληνικής κοινωνίας την εποχή των latter day μακεδονομάχων: το ιστορικό απωθημένο της ενοχής πίσω από την υστερία για το ..όνομα…
Η κωμική εικόνα
των συλλαλητηρίων του ελληνικού εθνικισμού για το όνομα της γειτονικής χώρας,
σε συνάρτηση με τις δυναμικές της πραγματικής γεωπολιτικής, θέτουν σαφώς το
ερώτημα για το πώς λειτουργεί η ιδεολογία. Όπως φαίνεται σε αυτήν την
περίπτωση, το θέμα δεν εκφράζει κατ’ ανάγκη την πραγματικότητα των υλικών
συμφερόντων, όσο την εσωτερική ελληνική διαπλοκή της εξουσίας με το ιδεολογικό
πλαίσιο. Και ο ελληνικός εθνικισμός είναι ένα ιδεολογικό πλαίσιο, το οποίο
ηγεμονεύει ακόμα, εν μέρει, στο ελληνικό πολιτισμικό πολιτικό πλαίσιο/κοινωνική
σφαίρα.
Είναι
οι αντιφάσεις αυτού του ιδεολογήματος [μια λαϊκή ταύτιση με την υπεράσπιση της
πατρίδας/χώρου με μια ταυτόχρονη, και αντιφατική, απόπειρα προβολής
ηγεμονισμού/αυταρχισμού –προς τα έξω, αλλά και αναπόφευκτα, ως συνέπεια, προς
τα μέσα- στο πλαίσιο της φαντασίωσης του περιούσιου λαού που έχει δικαίωμα και
αυτός σε μια μικρή αυτοκρατορία ανάμεσα στους «βάρβαρους»] που παράγουν την
κωμωδία. Και πριν παρήγαγαν τις τραγωδίες, όπως τη διάλυση [με εθνοκαθάρσεις]
της πολυπολιτισμικής ιστορικής Μακεδονίας, την εκδίωξη των τουρκοκρητικων, την
εκδίωξη των Ρωμιών από την Καππαδοκία, Πόντο και Σμύρνη] και την κυπριακή
τραγωδία του ‘74…
Με αυτήν την έννοια, η απόπειρα κατανόησης των
αντιφάσεων αυτού του ιδεολογικού πλαισίου, το οποίο παρά την πομπώδη παρέλαση
του και πάλι, δείχνει σημεία ιστορικής κόπωσης και σήψης [και την ανάδυση ενός
εσωτερικού αποφασιστικού αντίλογου – που καλύπτει τώρα και μια μαζική αριστερά
γύρω το τον Σύριζα που δαιμονοποιείται
–ως κυβέρνηση - στην κωμική επίκληση των φαντασμάτων της τραγωδίας του
παρελθόντος]…
Κραυγή στις κερκίδες…
Σε ένα
ποδοσφαιρικό αγώνα του ΠΑΟΚ με μια ομάδα του «Κέντρου» [Αθήνας] τη δεκαετία του
1980, ξαφνικά ακούστηκε ένα σύνθημα που άφησε σύξυλους του πάντες: «ούτε
Ελλάδα, ούτε Βουλγαρία, ζήτω η ανεξάρτητη Μακεδονία»…
Το σύνθημα δεν
είχε συνέχεια – απλώς εξέφραζε μια ρητορική απάντηση στην ειρωνική κραυγή των
κερκίδων των ομάδων της Αθήνας που νόμιζαν ότι χλεύαζαν τους οπαδούς από την
Θεσσαλονίκη, αποκαλώντας του «Βουλγάρους» [την ΑΕΚ ως την ομάδα των Μικρασιατών
τους αποκαλούσαν «χανούμισες»].. Έτσι η βόρεια Ελλάδα απάντησε με την μαγκιά
του περιθωριακού: ούτε με εσάς, ούτε με τους Βούλγαρους. Βέβαια, υπήρχε, όμως,
η κραυγή για «ανεξάρτητη Μακεδονία» από την αρχή του 20ου αιώνα. Τότε
την εποχή των ελληνικών μύθων των μακεδονομάχων [και των αντίστοιχων
βουλγάρικων] είχε προκύψει και ένα αυτόνομο μακεδονικό κίνημα, το οποίο ήταν
και το πιο ανεχτικό [με την έννοια ότι οι έλληνες και οι βουλγάροι απαιτούσαν
υποταγή στην δικιά τους εθνική εκδοχή και κράτος]… αλλά το οποίο δεν τα
κατάφερε… το κίνημα, όμως, παρέμεινε και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο
δημιουργήθηκε στη Γιουγκοσλαβία το ομόσπονδο κρατίδιο της Μακεδονίας. Η
τελευταία μάχη των σλαβομακεδόνων δόθηκε στην Ελλάδα στα πλαίσια του εμφυλίου.
Οι σλαβομακεδόνες, σε αντίθεση με τους Τσάμηδες [αλβανική μειονότητα στην
Ήπειρο, η οποία ταυτίστηκε με τους ναζί στην κατοχή] πολέμησαν την κατοχή και
συμμετείχαν στον εμφύλιο στο πλευρο του ΔΣΕ… Οπότε η εκκαθάρισή τους [ως κοινότητα, αλλά και σαν ονόματα χωρίων,
τοποθεσιών] ήταν πρωταρχικό ζήτημα στο εμφυλιοπολεμικό κράτος της δεξιάς από το
1949 μέχρι το 1974.
Το φαντασιακό της ελληνικής μεταπολεμικής εθνικοφροσύνης:
το μίσος για τους «εαμοβουλγαρους» σαν συγκάλυψη της συνεργασίας με τον κατακτητή
στην κατοχή και της συνεργασίας με τους αγγλοαμερικανούς την περίοδο της
«ξενοκρατίας»…
Η ελληνική δεξιά
πρόβαλε το μακεδονικό μέσα από την διαστρέβλωση της εθνικής μνήμης, αλλά και
της στρατηγικής της μετατόπισης από το γεγονός ότι μεγάλες μερίδες είχαν
συνεργαστεί και με τους ναζί στην κατοχή και [ολόκληρη δεξιά] ταυτίστηκε με την
αγγλική εισβολή στην Αθήνα το 1944, και ακολούθως με την αμερικανοκρατία. Αυτή
ήταν η ιστορική ρητορική του ΚΚΕ που βασιζόταν στην ιστορική εμπειρία – οπότε η
δεξιά προσπαθούσε να προβάλει την αριστερά ως όργανα των σλάβων. Εξού και το
εαμοβούλγαροι. Ως αντίβαρο, η αριστερά την δεκαετία του 1950 πρόβαλε το
κυπριακό όπου ένα είδος καθυστερημένου αλυτρωτισμού της ε/κ δεξιάς εκράγηκε και
ακολούθως συνέχισε με ένα είδος σταδιακής ανεξαρτητοποίησης μετα το 1960,
οδηγούσαν τις ιστορικές φαντασιώσεις του ελληνικού εθνικισμού σε αντιπαράθεση
με χώρες του ΝΑΤΟ [Βρετανία, Τουρκία, ΗΠΑ]..
Σε
αυτό το πλαίσιο, η επανεμφάνιση του θέματος, το οποίο είχε οριστικοποιηθεί από
την δεκαετία του 1950, ήταν παράδοξο… θύμιζε την φράση του Μαρξ ότι η ιστορία
επαναλαμβάνεται σαν κωμωδία – η αρχική τραγωδία γίνεται replay σαν
κωμωδία…. Ενώ οι χώρες του σοσιαλιστικού μπλοκ βίωναν μέσω της ανατροπής του
σοσιαλισμού μια κατάσταση αδυναμίας και εξάρτησης από την δύση, το κατεξοχήν
φιλοδυτικό κράτος κατά τον ψυχρό πόλεμο και μέλος της ΕΕ, η Ελλάδα παλλόταν από
πάθος γιατί με την διάλυση της
Γιουγκοσλαβίας, το ομόσπονδο κρατίδιο της Μακεδονίας θα γινόταν ανεξάρτητο κράτος
με το όνομα που είχε από το 45 –και υποτίθεται το ελληνικό κράτος κινδύνευε από
αυτόν τον μικρό και αδύναμο σε όλα τα επίπεδα γείτονα..
…το υποτιθέμενο
επιχείρημα αφορούσε την.. καταγωγή του Μέγα Αλέξανδρου [τον οποίο
διαπραγματεύονταν οι δυο εθνικοί λόγοι ως είδος συμβολικού εμπορεύματος – το
οποίο μόνο για τουριστικούς λογούς θα μπορούσε να κατανοήσει κάποιος ως σημαντικό ζήτημα μεταξύ κρατών σημερα.αλλα
οι λόγοι , εκπληκτικά, δεν ήταν τουριστικοί] και την ύπαρξη αλυτρωτικων
αναφορών στο σύνταγμα κοκ… Μπορεί να μην υπάρχει καταγεγραμμένος αλυτρωτισμός
στο σύνταγμα, αλλά στον δημόσιο λόγο και τον κυβερνητικό και σε Ελλάδα και σε
Τουρκία [δυο άλλες χώρες της περιοχής] σαφώς υπάρχουν ανάλογες αναφορές. Και
για την Ελλάδα λ.χ. υπήρχε και θέμα νότιας Αλβανίας [βόρεια Ήπειρος]…
Οι εσωτερικές συγκυρίες: το σύμπτωμα «πολιτική άνοιξη»
του Σαμαρά και του Λεντάκη
Έτσι η Ελλάδα, αντί να εκμεταλλευτεί την γεωπολιτική
συγκυρία, παραδόθηκε σε ένα επαρχιακό εθνικισμό χωρίς νόημα… υπήρχαν και τότε
και τώρα εσωτερικοί πολιτικοί λόγοι –τότε ο Σαμαράς ναυάγησε την κυβέρνηση της
δεξιάς σε μια διεκδίκηση αυτόνομου πολιτικού ρόλου, ενώ αυτήν τη φόρα, το
2018, η δεξιά προσπαθεί να δημιουργήσει
κλίμα ενάντια στην κυβέρνησης της αριστεράς… το μένος που δένει τις διάφορες πτέρυγες
της δεξιάς είναι γνωστό και από ανάλογες εμπειρίες σε Κύπρο και αλλού. Ξαφνικά,
δήθεν φιλελεύθεροι [ουσιαστικά τοπικοί νεοφιλελεύθεροι] βρίσκονταν να μισούν με
συνενωτικό δεξιό πάθος ένα κοινό στόχο – μια κυβέρνηση της αριστεράς και ένα
άτομο ειδικά, εδώ τον Τσίπρα… στο πρόσωπο του οποίου η νεοφιλελεύθερη δεξιά
προβάλει τον αντι-τροϊκανό Τσίπρα που ανάτρεψε την προηγουμένη δεξια-ΠΑΣΟΚ
κυβέρνηση [και έκανε «κακό» στην οικονομία, αλλά τωρα που βγαίνει από την κρίση
η Ελλάδα δεν παίζει πολύ αυτό, οπότε τονίζεται η «ασυνέπεια» κοκ – σαν απωθημένα
του δημοψηφίσματος] και για την εθνικόφρων δεξιά προβάλλεται ο «εαμοβούλγαρος»…
Και ο Θεοδωράκης
γιατί βρισκόταν εκεί; Και δεν ήταν μόνο ο Θεοδωράκης… υπάρχει μια
εθνοπατριωτική ταση με αριστερή ρητορική… για να κατανοηθεί αυτό το σύνδρομο θα
πρέπει να δει κάποιος την αντίφαση που ενυπάρχει στην δομή του ελληνικού
εθνικισμού. Από την μια είναι ένας τοπικός πατριωτισμός που παράγει ηρωικές
αντιστάσεις: και αυτό φάνηκε και την δεκαετία του 1940, αλλά και πιο πρόσφατα
με τις κινητοποιήσεις ενάντια στο μνημόνιο.
Όμως, ο ελληνικός πατριωτισμός δεν είναι
βασικά εσωστρεφής, όπως ορθά παρατήρησε ο Π. Κιτρομιλήδης οι εσωτερικές
αντιφάσεις στα πρώτα στάδια συγκρότησης του ελληνικού έθνους[1]
– κράτους ανάμεσα στην ρωμιοσύνη και τον ελληνικό εθνικισμό σαν μορφές εναλλακτικών
ταυτοτήτων για το νέο κράτος, γεφυρωθήκαν με την δημιουργια της Μεγάλης Ιδέας…
της εξαγωγής, δηλαδή, μιας ενιαίας ιστορικής αφήγησης σε περιοχές της
οθωμανικής αυτοκρατορίας με στόχο την κατάκτηση τους και την επέκταση του
ελληνικού κράτους σαν είδους συνέχειας της βυζαντινής αυτοκρατορίας… Ο
αλυτρωτισμός τον οποίο ο ελληνικός εθνικισμός θεωρεί πρόβλημα από την
γιουγκοσλαβική Μακεδονία, ουσιαστικά εισάχθηκε στα Βαλκάνια από τον ελληνικό
εθνικισμό και είναι ο ίδιος που προβάλει φαντασιώσεις από την Κωνσταντινούπολη
μέχρι την Σμύρνη και την βόρεια Ήπειρο.
Όχι σαν κρατικό
επίπεδο, αλλά σαν μέρος μιας αφήγησης «για την πορεία του έθνους» που
διατηρείται ακόμα σε ένα ηγεμονικό πλαίσιο παρα την ανατροπή της δεξιάς
αφήγησης για την Ιστορία μετά το 1945… Είναι το υπόλοιπο του δεξιού λόγου που
προσπαθεί να επανεμφανιστεί βαφτισμένο στον λαϊκό πατριωτισμό της αριστεράς για
να ξεπλυθεί στο μετα το 1974 ηγεμονικό πλαίσιο.. Όπως παρατηρήθηκε στην
Πολιτική Άνοιξη του Σαμαρά, η οποία προσπάθησε να κάνει εν μέρει αυτό το
ιστορικό ξέπλυμα έγινε και με την συμμετοχή του Λεντάκη από την ιστορική
αντι-χουντική αριστερά.
Η ύστατη κωμωδία του θεάματος: οι υποτιθέμενοι
υπερασπιστές της αντίληψης της ρεαλιστικής πολιτικής της δύναμης στις διεθνείς
σχέσεις, θεωρούν ότι οι ..Αθηναίοι κινδυνεύουν από τους Μήλιους στην ιστορική
αφήγηση του Θουκυδίδη
Το πιο κωμικό
βέβαια είναι ότι κινδυνεύει η Ελλάδα από τα.. Σκόπια.. Τα κράτη κινδυνεύουν από
άλλα μεγαλύτερα ή πιο δυνατά κράτη. Η γιουγκοσλαβική Μακεδονία είναι μια χώρα
χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, μικρότερη της Ελλάδας και χωρίς ουσιαστικό στρατό για
να διεκδικήσει κάτι… Αν ήταν πάρει κανείς μια αντιστοιχία για να κατανοήσει το
ασυνάρτητο του ελληνικού εθνικιστικού λόγου είναι λες και στον γνωστό διάλογο
των Μήλιων και των Αθηναίων στον Θουκυδίδη, όπου οι Αθηναίοι προτρέπουν τους
Μήλιους [που είναι σαφώς αδύναμοι] να παραδοθούν και να ταυτιστούν μαζί τους
[αυτή είναι η εναλλακτική επιλογή] ή [στην άλλη επιλογή] να τους κάψουν οι
Αθηναίοι την Μήλο μέσω της στρατιωτικής νίκης. Στην αντεστραμμένη, σε σχέση με
την σημερινή υλική γεωπολιτική πραγματικότητα, κοσμοεικόνα του ελληνικού
εθνικισμού , εκείνοι που απειλούν είναι οι Μήλιοι…
Σε
επίπεδο μαζικής ψυχολογίας, θα μπορούσε να πει κάποιος, ότι στην αντεστραμμένη
εικόνα υπάρχει ένα είδος ένοχης συνείδησης – για αυτά που θα ήθελε και δεν
μπορεί ο ελληνικός εθνικισμός. Είναι για να παραφράσουμε τον Μαρξ για την
θρησκεία [διότι εθνικισμός γενικά γεννιέται στην μοντέρνα εποχή, αλλά είναι
μεταβατική, παρά μοντέρνα κοσμοαντίληψη] είναι λες και έχουμε εδώ «τον
αναστεναγμό του αποτυχημένου περιφερειακού ιμπεριαλισμού της wannabe
ελληνοβυζαντινης αυτοκρατορίας, που είναι πια εφικτή». Είναι μια κραυγή του
παρελθόντος που κινητοποιείται για εσωτερικά παιχνίδια εξουσίας πολιτικής και
πολιτισμικής.
Ο αλυτρωτισμός
έχει ένα κάποιο πιθανό έρεισμα αν υπαρχει ένας πληθυσμός που μπορεί να τον
υιοθετήσει. Αλλά σε μεγάλο βαθμό οι σλαβομακεδονες εκδιώχθηκαν από το κράτος
της ελληνικής δεξιάς κατά την διάρκεια του εμφυλίου… είναι λες και η ένοχη
συνείδηση του ελληνικού εθνικισμού πολεμά τα φαντάσματα κοινοτήτων που
εξαφάνισε σε μια εθνοκάθαρση στα πλαίσια του εμφυλίου… τώρα τέλειωσε, αλλά όπως
μια νεύρωση επιμένει… έτσι ίσως και η ένοχη συνείδηση στο συλλογικό επίπεδο της
ιστορίας..
Το πόσο
διαστραυλωμενη είναι η ελληνική δεξιά και κεντρώα [το οποίο εκφράστηκε και στον
πατριωτισμό του ΠΑΣΟΚ] συνείδησης, φαίνεται από τη διαπλοκή μιας
πρόθεσης/επιθυμίας για ηγεμονιστικη επιβολή που θυμίζει την Μεγάλη Ιδέα – οι
κάτοικοι του ελληνικού κράτους θέλουν να έχουν μονοπώλιο στον Μέγα Αλέξανδρο
και την αρχαία ιστορία, και, σαν επίδειξη δύναμης, να το επιβάλουν… Το ότι αυτό
δεν γίνεται καν κατανοητό σαν αυταρχισμός εσωτερικά σε μια κοινωνία που το
παίζει και κάπως ..δυσπιστία στην εξουσία, είναι εντυπωσιακό. Και δεν γίνεται
κατανοητό, διότι ενώ προσπαθεί το ελληνικού φαντασιακό να κάνει επίδειξη έστω
συμβολικής δύναμης απέναντι στο μικρό γείτονα [θα σου δώσουμε εμείς άδεια για
να έχεις αναγνωρισμένο όνομα – τέτοια νοοτροπία] ταυτόχρονα αυτός ο αυταρχισμός
παρουσιάζεται σαν… πατριωτική άμυνα. Είναι ανόητο με βάση όλα τα εμπειρικά
δεδομένα - δεν κινδυνεύει ούτε ίχνος ελληνικού εδάφους… Όμως το φαντασιακό
παράγει συνομωσίες μεγάλων δυνάμεων. Και πάλι μια φαντασίωση της μικρής
ελληνοβυζαντινής αυτοκρατορίας που δεν έγινε και έσβησε στις στάχτες της
Σμύρνης το 1922… οι κύπριοι παρα τις ανοησίες της δεξιάς του πορευτήκαν μετά το
60 προς ανεξαρτησία, και πλήρωσαν και αυτοί την εισβολή του ελληνικού κράτους
με το πραξικόπημα. Ήταν και εκείνο μια επίδειξη του ηγεμονισμού που υπάρχει
στον ελληνικού εθνοπατριωτισμο…
Συγκριτικό πλαίσιο και αντιστάσεις: επιστροφή στο
παρελθόν η μια φαρσοκωμωδία σήψης; Το ερώτημα είναι μάλλον πότε θα ολοκληρωθεί
η ανάδυση του αντι-εθνικιστικού πόλου της Ελλάδας του μέλλοντος…
Η ελληνική
κοινωνία έχει αντιστάσεις… ακόμα και το γεγονός ότι οι ιδεολογικοί απόγονοι των
ναζί, αλλά και τον τοπικών χιτων και των ταγμάτων ασφαλείας, τραγουδούσαν
συγκινημένοι τους στίχους του Ρίτσου για τους αντάρτες που δεν υπέκυψαν στην
τρομοκρατία των ακροδεξιών, ήταν και ένα είδος συμβολικής αποδοχή της ηγεμονίας
της ιστορικής αριστερής εμπειρίας εσωτερικά… αλλά τωρα ανασυρόταν σαν θέαμα για
δαιμονοποιήσει του απόγονους των ανταρτών που υμνούσε το τραγούδι – ποίημα… Μια
κρυφή διάσταση του μίσους στο ιστορικό υποσυνείδητο της εθνικοφροσύνης
στρεφόταν και στην σημαντική ύπαρξη σλαβομακεδόνων ανταρτών στον ΔΣΕ[2]…
Αλλά αυτήν την φορά ο Θεοδωράκης είχε γυρίσει πίσω όταν ήταν στην νεολαία
Μεταξά, όπως σχολίασε κάποιος της Χρυσής Αυγής…
Λέγεται ότι οι
αναρχικοί ήταν η μόνη τάση που βγήκε στους δρόμους να αντιμετωπίσει αυτό που
βιωνόταν σαν φασισμός….
Ένας σχολιαστής από τα αριστερά, ο οποίος είχε διαφοροποιηθεί και στις
αρχές του 1990 παρατήρησε για την ελπιδοφόρα αλλαγή κάτω από την επιφάνεια της
θεαματικής υστερίας:
«Αν υπάρχει κάτι ελπιδοφόρο στο συλλαλητήριο της Κυριακής, είναι η μεγάλη
διαφορά από τα αντίστοιχα συλλαλητήρια της δεκαετίας του 1990. Σήμερα, είναι
αδύνατο να φανταστεί κανείς τα σχολεία να κλείνουν με εντολή του υπουργείου
Παιδείας και τους μαθητές να μαντρώνονται με ελληνικές σημαίες στα χέρια, τους
εστιάτορες να αγοράζουν χαρτοπετσέτες με τον ήλιο της Βεργίνας και τον Αντώνη
Σαμαρά να εμφανίζεται ως κάτι το καινοτόμο στην πολιτική ζωή της χώρας. Τότε η
μη επίλυση του Μακεδονικού διαπερνούσε το σύνολο του πολιτικού φάσματος και συγκροτούσε
τον πυρήνα της εξωτερικής μας πολιτικής. Σήμερα αυτό δεν συμβαίνει. Ή, για να
είμαστε ακριβέστεροι, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο και αυτό είναι προς τιμήν
της κυβέρνησης, η οποία προσπαθεί να επιλύσει ένα πρόβλημα το οποίο της
κληροδότησε ο αστικός συνασπισμός εξουσίας του παρελθόντος. Η διαφορά, όμως,
δεν είναι μόνο σε επίπεδο κομμάτων και κεντρικής πολιτικής. Τη δεκαετία του
1990, όσοι και όσες δεν συμμετείχαμε στα συλλαλητήρια ανήκαμε σε μια πολλαπλά
συκοφαντημένη και διωκόμενη μειονότητα. Ανήκαμε σε μια αριστερά που φάνταζε
εξαιρετικά μειοψηφική ακόμα και στον χώρο στον οποίο κινούμασταν.
Υπενθυμίζω ότι μόνο το ΚΚΕ από τα
κοινοβουλευτικά κόμματα δεν συμμετείχε στα συλλαλητήρια, ενώ είδε στη
Θεσσαλονίκη το 1994 δύο υποψήφιους ευρωβουλευτές του να πέφτουν αιμόφυρτοι από
τη δολοφονική επίθεση ενός αφιονισμένου ακροδεξιού.
Από κει και πέρα, οι διανοούμενοι του Συνασπισμού, οι οργανώσεις της
επαναστατικής αριστεράς, οι μεμονωμένες φωνές που είτε από διεθνιστική επιμονή,
είτε από κοινή λογική επιχειρούσαν να αντισταθούν στον γενικό παροξυσμό,
αντιμετωπίζονταν ως περιθωριακοί και επικίνδυνοι. Σήμερα, όσοι δεν συγκινούνται
με τον Φράγκο Φραγκούλη, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον ηγούμενο της Μονής
Εσφιγμένου είμαστε περισσότεροι. Και όχι μόνο αυτό. Είμαστε αντιμέτωποι με τη
δυνατότητα αναγνώρισης της γειτονικής χώρας, αν όχι με το όνομα «Μακεδονία», με
μια σύνθετη ονομασία που θα εμπεριέχει αυτό τον όρο. Η κακιά σκουριά μπορεί να
είναι επίμονη, αλλά είναι πια ορατή ως αυτό που πραγματικά είναι: μια διάβρωση
που θέλει να ναρκοθετήσει την επίλυση ενός ζητήματος στο οποίο η χώρα μας
πορεύτηκε από την πρώτη στιγμή με λάθος τρόπο. Ο Μίκης Θεοδωράκης απαντά για το
συλλαλητήριο: Πώς να δεχτούν ότι ένας αριστερός είναι τόσο πατριώτης;»
[1] Και είναι μια ιδιαίτερα κωμική διάσταση της αντεστραμμένης εικόνας στο
θέαμα, ότι ο ελληνικός εθνικισμός, ο οποίο στηρίζεται και προβάλει το
νεοελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε την δεκαετία του 1920 με μια σαφή διεθνή
παρέμβαση τρων μεγάλων δυνάμεων, τώρα προβάλει στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία
ότι είναι «δημιούργημα των μεγάλων δυνάμεων»..



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου