Η πρώτη καταδίκη τράπεζας και «τραπεζίτη»: το μισογεμάτο ποτήρι είναι μια επιτυχία σε ιστορικό και συγκριτικό πλαίσιο [αν την εποχή των τανκς καταδικάστηκε μόνο ένας, ο «πρόεδρος» του πραξικοπήματος, ενώ από το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου δεν καταδικάστηκε κανένας, τώρα καταδικάστηκε, κατ’ αρχήν, μια από τις δυο ένοχες τράπεζες και ο «ιθύνων νους», όταν τα banks, έσπρωξαν την κυπριακή κοινωνία στο μνημόνιο τον Ιούνιο του 2012 – και αυτό είναι και από τις ελάχιστες περιπτώσεις παγκόσμια]


Μισογεμάτο ή Μισοάδειο ποτήρι;
Η ανακοίνωση του δικαστηρίου για την δίκη της Τράπεζας Κύπρου [καταδίκη σε 1 κατηγορία των Ηλιάδη και Τράπεζας Κύπρου και αθώωση των υπόλοιπων 4] προκάλεσε μια αμηχανία, η οποία ήταν έκδηλη στους τίτλους των online σάιτ των ελληνοκυπριακών ΜΜΕ και στις εκδόσεις της επόμενης μέρας: ο Διάλογος ήταν ο πρώτος ο οποίος κωδικοποίησε την απόφαση με την προβολή του θέματος της καταδίκης της Τράπεζας Κύπρου και του κ. . Ηλιάδη, ως ενόχους. Ακολουθήσε ανάλογα και ο Φιλελεύθερος. Ο Πολίτης φάνηκε μουδιασμένος, και ανάλογα κινήθηκαν και η Αλήθεια, η Καθημερινή και το Σιγμαλάιβ. Την επομένη στις εφημερίδες κυριάρχησε περισσότερο το ότι αθωώθηκαν οι υπόλοιπο 4 κατηγορούμενοι. Ο Πολίτης συνέχισε την μόνιμη, πια, επίθεση στον Γενικό Εισαγγελέα [αποτυχία της εισαγγελίας] ενώ και στις άλλες εφημερίδες υπήρχε ένα αίσθημα ότι.. γλύτωσαν οι τραπεζίτες, οι ό,ποιοι ένοχοι έβλεπε ο κάθε εκδότης [η Αλήθεια λ.χ. είχε πρωτοσέλιδο το Σάββατο δικηγόρο των κατηγορουμένων, οπότε προφανώς η εστίαση της ήταν στην ημιτελή αθώωση]…

Η αμήχανη αντίδραση προερχόταν από δυο εντελώς διαφορετικές πηγές: από την μια υπήρχε η σχετικά απλοϊκή εντύπωση ότι θα μπορούσε το δικαστικό σύστημα να καταδικάσει αυτό που ήταν εμφανώς παράτυπο ή παραπλανητικό και οδήγησε σε προβλήματα την κοινωνία, και από την άλλη, υπάρχει μια έντεχνα καλλιεργημένη ακόμα άγνοια των πραγματικών υπό διερεύνηση ζητημάτων.

Το επίμαχο ζήτημα: πώς σπρώχτηκε η κοινωνία στο μνημόνιο
Πριν προχωρήσει κανείς στην τοποθέτηση της απόφασης σε ένα ιστορικό [για τα κυπριακά δεδομένα] και συγκριτικό [για τα διεθνή] πλαίσιο, θα πρέπει να γίνει σαφής η σημασία και της εστίασης της εισαγγελίας, αλλά και της απόφασης.

Το ζήτημα εδώ [έστω και με την τελικά μια κατηγορία παραπλάνησης που επικυρώθηκε στο δικαστήριο] δεν ήταν μια γενική παραπλάνηση κοκ.. Aφορούσε την καίρια στιγμή κατά την οποία οι Τράπεζα Κύπρου και η Λαϊκή έσπρωξαν την κυπριακή κοινωνία στο μνημόνιο.
 Επειδή ακριβώς η πλειοψηφία των ΜΜΕ προσπάθησε και τότε και για μερικά χρονιά μετά να συγκαλύψει την αλήθεια που ήταν σαφής σε όλους τους εξωτερικούς παρατηρητές και σε όποιον προσπαθούσε να δει τα δεδομένα, αξίζει μια αναφορά: η κυπριακή οικονομία στις αρχές του 2012, σύμφωνα και με τον τότε αρμόδιο για τα οικονομικά της ΕΕ, Όλι Ρεν,[1] είχε πάρει τα απαραίτητα μέτρα, και είχε δεδομένα που δεν απαιτούσαν μνημόνιο ή κάτι επιπρόσθετο – το δημόσιο χρέος ήταν γύρω στο 70%, το έλλειμα γύρω στο 6% - και η ανεργία [έστω και αν αυτό δεν ήταν κριτήριο για μνημόνιο] γύρω στο 7%.

Τα δεδομένα άλλαξαν δραματικά την άνοιξη, όταν η Λαϊκή αρχικά και μετά η Τράπεζα Κύπρου ζήτησαν στήριξη από το κράτος. Η Λαϊκή ζήτησε στήριξη σχεδόν την επόμενη που έφυγε ο Ορφανίδης από την Κεντρική, σε μια κίνηση που φώναζε από μόνη της συγκάλυψη που γινόταν τους προηγούμενους μήνες. Όμως τουλάχιστον η Λαϊκή είχε δώσει την Πολιτεία κάποιο χρόνο να προσπαθήσει να βρει το απαραίτητο κεφάλαιο για στήριξη. Η Τράπεζα Κύπρου αντίθετα επέμενε μέχρι 10 μέρες πριν το τέλος της περιόδου ανακεφαλαιοποίησης [η οποία είχε οριστεί από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς να είναι το τέλος Ιουνίου 2012] ότι δεν είχε πρόβλημα, και μετά ελάχιστες μέρες πριν το τέλος του μήνα [και της ημερομηνίας ολοκλήρωσης της ανακεφαλαιοποίησης] ζήτησε κρατική στήριξη – αρχικά μισού δις [500 εκατομμυρίων]… Η παραπλάνηση αφορούσε ακριβώς τις δηλώσεις των αρμοδίων της τράπεζας πριν και στην γενική συνέλευση στις 19 Ιουνίου. Παραπλανούσαν, και αυτή η παραπλάνηση οδήγησε σε ένα είδος ντε φάκτο σπρωξίματος στο τέλος Ιουνίου στο μνημόνιο, αφού μια συστημική τράπεζα δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τα κριτήρια ανακεφαλαιοποίησης…. Και αυτά που ζήτησαν οι δυο τράπεζες ήταν γύρω στα 2.5 δις, το οποίο ήταν σχεδόν το ένα έβδομο [2.5 σε 17 δις] του κυπριακού ΑΕΠ…

Η καταδίκη λοιπόν, αν και αφορούσε το ζήτημα της παραπλάνησης, αυτή η παραπλάνηση αφορούσε το καίριο σημείο της διάχυσης της τραπεζιτικής κρίσης στην κοινωνία…
Και αυτή η απόφαση και αυτό είναι προς τιμήν της εισαγγελίας, είναι πια μέρος και της εσωτερικής θεσμικής αναγνώρισης, πως μπήκαμε σαν κοινωνία στην κρίση… Διότι οι προειδοποιήσεις ότι η έκθεση των τράπεζων στην Ελλάδα οδηγούσαν σε κρίση, υπήρχαν από το 2011- από τους οίκους αξιολόγησης και όχι μόνο. Αλλά και τα ΜΜΕ και η τότε Κεντρική Τράπεζα έκαναν ότι δεν άκουγαν, και επέμεναν ότι υπήρχε πρόβλημα στο Δημόσιο… Τον Ιούνιο του 2012 οι τράπεζες ομολογήσαν ότι είχαν πρόβλημα, το οποίο συγκάλυπταν [και μόλις πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι συγκάλυπταν επίσης πρόβλημα 300 εκατομμυρίων στην Τράπεζα Κύπρου]– και το μετέφεραν στο δημόσιο σαν κρίση. Και τώρα το δικαστήριο κατέγραψε την παραπλάνηση, έχει και στις τελευταίες 12 μέρες πριν την επίσημη παραδοχή του προβλήματος..

Παγκόσμια συγκριτικά στοιχεία: Για την παγκόσμια κρίση καταδικάστηκε μόλις 1 άτομο στις ΗΠΑ, 3 στην Ιρλανδία. Και μόνο στην Ισλανδία [εκτός ΕΕ – και μετά από παρατεταμένη εξέγερση] καταδικάστηκαν 29 τραπεζίτες – με αυτά τα δεδομένα, η κυπριακή καταδίκη στην πρώτη σε μια σειρά δικών, είναι επιτυχία…
Η κρίση, η οποία ξεκίνησε το 2007-08 από τις ΗΠΑ και διαχύθηκε στον υπόλοιπο πλανήτη [με ιδιαίτερο ανθρώπινο και κοινωνικό κόστος στην ΕΕ] ήταν μεν ξεκάθαρα τραπεζιτική, αλλά στις ιδίες τις ΗΠΑ μόνο ένα άτομο καταδικάστηκε για παρατυπίες σε σχέση με την όλη κρίση… Μερικές δεκαετίες πριν, την δεκαετία του 1980, όταν ξέσπασε ένα ανάλογο [αλλά με τοπική εμβέλεια] τραπεζιτικό σκάνδαλο στις ΗΠΑ, κατηγορήθηκαν άνω των 1000 και καταδικάστηκαν 839 άτομα. Αντίθετα, όταν τελικά έγιναν οι ό,ποιες διερευνήσεις για την κατάρρευση του τραπεζιτικού συστήματος μετά το 2007, καταδικάστηκε μόνο ένα άτομο [για απόκρυψη στοιχείων και παραπλάνηση προς όφελος των πελατών της τράπεζας/εταιρείας στην οποία εργαζόταν] και μάλιστα ο ίδιος ο δικαστής σχολίασε ότι ήταν 

«..Serageldin’s conduct was, in the judge’s words, “a small piece of an overall evil climate within the bank and with many other banks.” Nevertheless, after a brief pause, he eased down his gavel and sentenced Serageldin, an Egyptian-born trader who grew up in the barren pinelands of Michigan’s Upper Peninsula, to 30 months in jail.» https://www.nytimes.com/2014/05/04/magazine/only-one-top-banker-jail-financial-crisis.html

Το ερώτημα «γιατί πήγαν τόσοι λίγοι τραπεζίτες φυλακή» με την πρόσφατη κρίση είναι ουσιαστικά διάχυτο και τέθηκε και σε ΜΜΕ που εκφράζουν την πολιτική και τα συμφέροντα των τραπεζών, όπως ο Economist.[2] Για να απαντηθεί το ερώτημα πρέπει να ξεφύγει κάποιος/α από την απλοϊκή αντίληψη ότι η παραπλάνηση και η «κλοπή» μέσω των τραπεζών είναι το ίδιο με την καθημερινή έννοια της κλοπής και της εξαπάτησης. Στην περίπτωση των τραπεζών, των μηχανισμών διαχείρισης του κεφαλαίου, η αποτυχία [και άρα η διερεύνηση των ό,ποιων κινήτρων οδήγησαν εκεί] δεν θεωρείται προσωπική ευθύνη – η λογική του «είναι πολύ μεγάλες για να αφεθούν να αποτύχουν» με βάση την οποία οι αμερικάνικες και ευρωπαϊκές κοινωνίες χρηματοδότησαν ουσιαστικά την κατάρρευση των τραπεζών, δείχνει ακριβώς αυτό: ότι οι τράπεζες προστατεύονται από τον ίδιο τον μηχανισμό που διαχειρίζονται. Αν αποτύχει μια επιχείρηση μπορεί κάποιος να υποβάλει κατηγορίες για εξαπάτηση κοκ, αν είχε επενδύσει χρήματα και τα έχασε. Αν όμως καταρρεύσει μια τράπεζα θα χρειαστεί να την «σώσει» η κοινωνία [μέσω της πολιτείας] για να μην.. καταρρεύσουν και άλλες.. Με αυτήν την έννοια οι τράπεζες ως μέρος του κυκλοφορίας του κεφαλαίου στον καπιταλισμό έχουν ένα ιδιαίτερο δομικό ρόλο που τις αυτοπροστατευει.

Η ρύθμιση και η απορρύθμιση του τραπεζιτικού τομέα: τελικά μερικοί θεωρούσαν ότι η δουλειά τους ήταν να συγκαλύπτουν τις τράπεζες..
Μετά από την κρίση του 1929, όμως, και υπό το βάρος της κοινωνικής οργής, αλλά και των προοπτικών κινημάτων [όπως του εργατικού] που ζητούσαν έλεγχο των τραπεζών από την πολιτεία, δημιουργήθηκαν κανονισμοί [και στη Δύση – ιδιαίτερα στις ΗΠΑ επί Ρούσβελτ] για τον έλεγχο και την ευθύνη των τραπεζών.. Μάλιστα με φόντο την κοινωνική οργή, έγιναν και δίκες αρμοδίων μετά το 1929… Αυτές οι ρυθμίσεις ωστόσο, που έφταναν μέχρι και το 1980, άρχισαν να υποχωρούν μπροστά στην απορρύθμιση που έφερε η νεοφιλελεύθερη στροφή των δυτικών οικονομικών πολιτικών. Αυτή η απορρύθμιση έγινε πιο έντονη από την δεκαετία του 1990… Και εκείνη ακριβώς την περίοδο άρχισε και η απορρύθμιση των κυπριακών τραπεζών.

Είναι σε εκείνο το κλίμα που στήθηκε και ο μηχανισμός τον οποίο στο εξωτερικό ονομάζουν «πλυντήριο ξεπλύματος» ύποπτου χρήματος μέσω κυπριακών τραπεζών, αλλά και που στήθηκε και το σκάνδαλο/κομπίνα του χρηματιστήριου, το οποίο, παρά το ότι τεκμηριώθηκε [με την έννοια της καταγραφής παραπλανήσεων και στησίματος της αγοράς] εντούτοις δεν οδήγησε σε απόδοση δικαιοσύνης.
Σε αυτό το πλαίσιο, το κυπριακό, αλλά και το ευρύτερο νομικό σύστημα, προστατεύει τους εμπλεκομένους, αν δεν κάνουν κάτι κραυγαλέα παραπλανητικό το οποίο να μπορεί να τεκμηριωθεί στο δικαστήριο [λ.χ. οι ό,ποιες μίζες, αν υπήρχαν, θα πρέπει να έχουν γίνει σε τράπεζες που να δημοσιοποιούν στοιχεία και όχι σε «φορολογικούς παράδεισους» - κάτι το οποίο είναι ιδιαίτερα δύσκολο να τεκμηριωθεί]. Αν προέκυψε κάτι θετικό από την εμπειρία του ξεπλύματος του χρηματιστηρίου ήταν το γεγονός ότι η επιτροπή κεφαλαιαγοράς άρχισε να λειτουργεί σαν ένας θεσμός ελέγχου [κάτι που εμφανώς δεν έκανε η Κεντρική Τράπεζα].. και είναι με βάση ακριβώς την λειτουργία της επιτροπής κεφαλαιαγοράς που γίνονται οι σημερινές δίκες..

Το δικαστικό σύστημα θέλει αποδείξεις στα δεδομένα νομικά πλαίσια – αλλά μερικές φορές φαίνεται ότι μερικοί κάνουν και ότι βολεύει παράδοξη συμπεριφορά του κ. Πική σαν δείγμα…
Παράλληλα, ωστόσο, με το νομικό πλαίσιο, και την ανάγκη απόδειξης συγκεκριμένης παρατυπίας με βάση τον υπάρχων νομικό πλαίσιο, υπάρχει και αυτό που μπορεί να ονομαστεί παράλληλα δίκτυα εξουσίας. Η συγκάλυψη λ.χ. των τραπεζών από την πλειοψηφία των ΜΜΕ είναι εκφραστική.

Το κυπριακό δικαστικό σύστημα δεν είναι σαφώς υπεράνω αυτών των μηχανισμών που υπάρχουν παντού. Η πιο κραυγαλέα περίπτωση δικαστικής προσπάθειας συγκάλυψης των σκανδάλων της οικονομίας ήταν σαφώς ο κ. Πικής. Ο κατά τα άλλα ο εξέχων, υποτίθεται, δικαστής βρέθηκε την άνοιξη του 2013 να έχει διοριστεί από τον κ. Αναστασιάδη να διερευνήσει, υποτίθεται, το κατάρρευση της οικονομίας, με σαφή οδηγία και δήλωση από τον ίδιο τον Αναστασιάδη να διερευνήσει το ζήτημα των εκροών κεφαλαίων από τον συμπέθερο του – ένα θέμα που άγγιζε τις πιθανές παραπλανήσεις του κ. Αναστασιάδη, όταν δεσμευόταν κοκ. Ο κ. Πικής αποδέχτηκε το πόστο [άλλοι παραιτήθηκαν – και για λόγους σύγκρουσης συμφερόντων] ενώ ως δικαστής όφειλε να ξέρει ότι με βάση τον νόμο τον οποίο διορίστηκε, δεν μπορούσε ένα διερευνήσει τον κ. Αναστασιάδη.

 Γιατί δέχθηκε να εξαπατηθεί δημόσια η κοινωνία, δεν είναι σαφές  αλλά συμμετείχε σε αυτό… Οπότε η πιθανότητα δικαστές να έχουν είτε ιδιαίτερες απόψεις/ερμηνείες, είτε ιδιαίτερα συμφέροντα είναι ρεαλιστική.

Και τα διαδικαστικά ζητήματα σαν μηχανισμός συγκάλυψης;
Πιο πρόσφατα ένας δικαστής του Ανώτατου αποφάσισε ουσιαστικά να εμποδίσει μια δίκη για την παράτυπη αγορά ομολόγων από την Τράπεζα Κύπρου το 2009-10, με βάση ένα διαδικαστικό ζήτημα για την σύνθεση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς το 2005, η οποία έκδωσε μια σχετική απόφαση για το θέμα της παραπλάνησης [γενικά και όχι ειδικά για το υπό διερεύνηση θέμα προφανώς].. Η απόφαση του έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση του επαρχιακού δικαστηρίου – άρα αλλού δικαστή. Και θα πάει στο Εφετείο. Σε αυτό το πλαίσιο και τα δικαστήρια, στους δικούς τους διαδικαστικούς μηχανισμούς προβάλουν επίσης εμπόδια σε τέτοιες διερευνήσεις – για οποιοδήποτε λόγο. Και εδώ αφαιρείται [από την συζήτηση] και η διάχυτη αίσθηση του κοινού ότι η επιρροή του κεφαλαίου αναμεσά στο δικαστικό σώμα είναι διάχυτη… Και είναι σαφές ότι μια μεγάλη μερίδα του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου δεν θέλει να προχωρήσουν οι έρευνες ή οι δίκες – όπως φάνηκε   Άλλωστε και από την στάση της πλειοψηφίας των ΜΜΕ, όταν ξεκινήσαν οι έρευνες για τα σκάνδαλα των τραπεζών το 2012.. Και πληρώνουν αδρά μερικοί για ανακάλυψη διαδικαστικών θεμάτων που να βοηθούν στην συγκάλυψη.

Για το κοινό η σύνθεση μιας επιτροπής άσχετης με το θέμα, είναι όπως η αθώωση κάποιου την οποίου η παρανομία [κλοπή, φόνος, εξαπάτηση] καταγράφεται σε φιλμ, αλλά το δικαστήριο απορρίπτει το φιλμ, γιατί δεν γίνεται με την άδεια του/της… Και όμως, αυτά συμβαίνουν: η διαγραφή επίμαχων ημέηλς από την περίοδο της αγοράς των ελληνικών ομολόγων που βάραιναν τη Τράπεζα Κύπρου το 2012, σχεδόν λογοκρίθηκε – ενώ σε μια ευνομούμενη πολιτεία θα ήταν πρωτοσέλιδο θέμα διερεύνησης… Αλλά ο εμπλεκόμενος έχει γερές προσβάσεις στο υπάρχον σύστημα εξουσίας.

Το μισογεμάτο ποτήρι της επιτυχίας της Εισαγγελίας και της ιστορικότητας της απόφασης
Σε αυτό το πλαίσιο, το ότι προχώρησε η δίκη, και το ότι καταδικάστηκε ο κ. Ηλιάδης και η Τράπεζα είναι σημαντική επιτυχία – ιδιαίτερα σε ένα κλίμα όπου βαραίνει η πρόσφατη απόφαση του δικαστή του Ανώτατου για τα διαδικαστικά θέματα του 2005. Θα μπορούσε να προσθέσει επίσης κάποιος εδώ ότι το δικαστήριο ουσιαστικά μοίραζε το καρπούζι: η καταδίκη είναι σαφής για το αδίκημα της παραπλάνησης [το βασικό αδίκημα με το οποίο κατηγορούνται τραπεζίτες διεθνώς – είναι ας πούμε το παράθυρο της δικαιοσύνης σε ένα τομέα προστατευόμενο από πολλαπλά συμφέροντα] αν και αποφεύχθηκε το πιο βαρύ ζήτημα της συνομωσίας – για το οποίο το κοινό, αν έβλεπε όλα τα στοιχεία, θα μπορούσατε κάλλιστα να διαφωνήσει με την απροθυμία του δικαστηρίου να προχωρήσει σε αυτό το θέμα [το κοινό δεν μπορεί να είναι στο δικαστήριο – βασίζεται στην «καλή προαίρεση των ΜΜΕ να του μεταφέρουν τα της δίκης, και τα ΜΜΕ δεν είναι συνήθως ουδέτερα επίσης].. η αθώωση των 4 κατηγορουμένων, επίσης, δεν είναι κατ΄αναγκη άδικη – υπάρχει μια λογική στην απόφαση [Οσο τουλάχιστον δημοσιοποιήθηκε] που είναι κατανοητή.

Καταδικάστηκε ο θεσμός και ο ιθύνων νους, παρά όσοι εν δυνάμει θα έπρεπε να ξέρουν ή κατά την κωμική εκδοχή του Πολυβίου σε άλλα θεάματα βεβαίως «όφειλαν να ξέρουν».  Εδώ ο Πολυβίου «αγωνίστηκε» για το ότι δεν ήταν ένοχοι, επειδή δεν «όφειλαν να ξέρουν»..

Από εκεί και πέρα, είναι και θέμα νομικού πλαισίου – η επιθυμία τιμωρίας δεν μπορεί να υποκαθιστά την ό,ποια νομική αρχή που βασίζεται στο πλαίσιο της αθωότητας μέχρι αποδείξεως του αντίθετου. Ο κ. Ηλιάδης είχε κάνει σαφείς δηλώσεις που συνιστούσαν παρατυπία και όπως σχολιάστηκε και στην αξιόλογηση της μαρτυρίας του από τους δικαστές, ουσιαστικά προσπαθούσε να υπεκφύγει όσων είπε. Αντίθετα, σε μεγάλο βαθμό οι υπόλοιποι επικαλούνταν το ότι δεν ήξεραν ή δεν ήταν αρμοδιότητα τους.

Το δικαστήριο με αυτήν την έννοια επέλεξε την συντηρητική οδό – της καταδίκης του θεσμού που παραπλάνησε και του ατόμου που είχε την βασική ευθύνη, ως «ιθύνων νους»…





[1] Επιστολη Ολι Ρεν, προς κυπριο υπουργο οικονομικων,  11/1/2012.
[2] https://www.economist.com/blogs/.../economist-explains-why-few-bankers-gone-to-ja...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το μυστικό της κρίσης για την Κύπρο ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ Το άρθρο που κατέβασε το Offsite γράφοντας κατά τον δημοσιογράφο ψέματα ότι μίλησε πρώτα μαζί του

· ‘Εσιει μουτρα τζαι μιλά ο τυπάκος που επήεν στο νοσοκομείο, για να εκβιάσει τον Κώστα Παπακώστα.. Τζαι ο Παπακώστας σαν μάγκας, τζαι πραγματικός ιστορικός ήρωας, έστειλεν τον ποτζεί που ήρττεν...

Δικηγορικά γραφεία και συμφέροντα εξουσίας: η σύγκρουση συμφερόντων που δεν μπορεί πια να συγκαλυφθεί;